αδενο-

αδενο-
και αδεν-
α΄ συνθετικό πλήθους επιστημονικών ιατρικών όρων τής Νεοελληνικής, που προέρχεται από το ουσ. ἀδήν-ένος. Αξίζει να σημειωθεί ότι αντίθετα προς την αρχ. Ελληνική, όπου το ἀδενο- ως α΄ συνθ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη παραγωγικότητα (μαρτυρείται μόνο η λ. ἀδενο-ειδὴς στον Γαληνό), στη Νέα Ελληνική το αδενο- ως α΄ συνθετικό εμφανίζεται σε πολλές λέξεις, όπως λ.χ. στα αδεν-εκτομή, αδεν-εμφραξία, αδενό-γραμμα, αδενο-γραφία, αδενο-ειδεκτομή, αδενο-ειδικός, αδενο-καλλιέργεια, αδενο-κυψέλη, αδενο-λιπωμάτωση, αδενο-μύωμα, αδενο-πάθεια, αδενο-σάρκωμα, αδενο-τομία, αδενο-υπόφυση. Το αδενο- ως α΄ συνθετικό πέρασε και στην ξενική ορολογία, όπου παρουσιάζει μεγάλη παραγωγική δύναμη, π.χ. Αγγλικά: adeno-acanthoma, adeno-blast, adeno-cele, adeno-chondroma, adeno-chrome, adeno-cyst, adeno-dermia, adeno-fimosis, adeno-genesis, adeno-grather, adeno-hypersthenia. Γαλλικά: aden- ectomie, adeno-cancer, adeno-carpe, adeno-gramma, adeno-fibrome. Γερμανικά: Adeno-hypophyse, Adeno-tomie, adeno-trop.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • αμφίδιο — το Ζωολ. αδενο αισθητήριο όργανο, που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος τού σώματος τών Νηματωδών σκωλήκων …   Dictionary of Greek

  • ορεσιπάθεια — η ιατρ. ειδική αδιαθεσία που γίνεται αισθητή κατά την ανάβαση σε όρη, οφείλεται στην ένδεια τού αέρα σε οξυγόνο και εκδηλώνεται με σημεία ανοξίας, όπως είναι ο ίλιγγος, η τάση λιποθυμίας, οι οπτικές και ακουστικές διαταραχές και η δυσανάλογη… …   Dictionary of Greek

  • υπνοπάθεια — η, Ν παθολογική κατάσταση παρατεταμένου ύπνου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύπνος + πάθεια (< παθής < πάθος), πρβλ. αδενο πάθεια] …   Dictionary of Greek

  • ωτοπάθεια — η, Ν κάθε πάθηση τών αφτιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὖς*, ὠτός «αφτί» + πάθεια (< παθής < πάθος), πρβλ. αδενο πάθεια] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”